Translate

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα niovi blog. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα niovi blog. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Μόνο αυτό θυμάμαι ...

πως να διηγηθώ ένα ποτάμι
που έμαθε
σε αρτηρίες δαντελένιες
να πορεύεται
αμφισβητούμενες οι όχθες του
μιλούσα με παραβολές να το προφτάσω
πόλη μικρή πιο ακίνητη από αίνιγμα
χάθηκα στο βυθό του
άσαρκες οι λέξεις που εισέπνευσαν
το τελευταίο οξυγόνο
για απώλειες παράπλευρες
δε θα μιλήσουν οι ειδήσεις των οκτώ

πως να με διηγηθεί ένα ποτάμι
σχήμα του λόγου ήμουνα
δίχως βαρύτητα αιωρούμουν
ανάμεσα σε συμπληγάδες , σκόρπια μέλη ,κούκλες παιδικές
κι όταν σε γραμματοσειρές μ΄ασφάλεια ναυάγησα
φόρεσα ένα επιφώνημα στο πέτο
των όπλων την τιμή να προστατέψω

πως να διηγηθώ ένα ποτάμι
το κόκκινο μπαλόνι που μου έκλεψε
μόνο αυτό θυμάμαι ...
 
 

Σκιές

οι σκιές που αιχμαλωτίστηκαν
από ένα πέρασμα ουρανού
στο λυκόφως συναντιούνται
σε μια παρένθεση κρατούν
όσο απ΄το φως
χρειάζεται το σχήμα τους
ίσα να δώσει ένα φιλί
και ν΄αποθέσει ένα λουλούδι πορφυρό
στα βλέφαρα της μέρας
κι ύστερα σβήνουν
καρφώνοντας μ΄ένα αγκάθι στις στιγμές
τους γλάρους που δεν πρόλαβαν
να προσπεράσουν ...
 
 

Άγρυπνες λέξεις

οι άγρυπνες
λέξεις
άηχα
στα βαθιά
το νερό
συλλαβίζουν
μάτια
κοχύλια
κρέμασε
στο σύνορο
της νύχτας
ύστερα
τρέξε
να κρυφτείς
κι ίσως προλάβεις ...
αργεί
η μέρα
όταν
στην ερημία της
ξημερώνει
 
 
 
 

"Κοινή ησυχία"


Αρκούν
Τόσοι
Ξεριζωμένοι στίχοι
Για σας
Που επιβουλεύεστε
Την υστεροφημία της νύχτας
Ανεπίστροφα
Υποθηκεύεται το θαύμα
Με τόσες
Εμφιαλωμένες δεήσεις
Στο πάτωμα
Και είναι απορίας άξιον
Πόσες μεμονωμένες
Μεταμεσονύκτιες απουσίες
Συνομωτούν
Για να διαταραχθεί
Μια "ησυχία"
τόσο Κοινή
 
 


Επιστρέφω σε μένα


Ένα τσιγάρο δρόμος
Η Ιθάκη
Των καταραμένων
Επιστρέφω
Σε μένα
Σου είπα
Τα χέρια
Που έπλασαν
Θάλασσα
Σταυρωμένη
Στα βάθη μου
Κλείδωσαν
Το ταξίδι
Κι η διπλανή σκιά
Στον ήλιο ξόδεψε
Δίχως φειδώ
Τον πυρετό
Της σάρκας
Επιστρέφω σε μένα

Στο τελευταίο ψέμα
Ν΄αγνοούμαι
 
 
 
 

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

"Γιατί"

έμεινε ο καθρέφτης χωρίς πρόσωπο
χωρίς δέρμα
που να σε ψάξει η μέρα
ό ,τι σ΄αναζητά σε κρύβει μέσα του
κι ας ικετεύει ο φόβος σου
μια γέννα στο σκοτάδι
δεν είσαι εσύ που λείπεις
απ΄τα βήματα του κόσμου
οι προσευχές που ψιθύρισες είναι
λίγο πριν συνθλιβείς
στο "γιατί"
που σε αποσιώπησε ...

Μη λυπηθείς


σε τούτο το καρουσέλ
στο περβάζι της νύχτας
διαστέλλεται η κυριακή
νότες κεντάω
εφτά φορέματα λευκά
στη μελωδία που λάθεψε
δέκα μικροί φόνοι από πορσελάνη
αντικατοπτρισμός στο τζάμι
ο χρόνος που σώπασε
μη λυπηθείς
τ΄άλογα δε θα γεράσουν ποτέ
 
 

Κοιτάξαμε ψηλά και ...λείπαμε

αφαίρεση ήταν
με νάρκωση ολική
αρτιμελές το υπόλοιπο
κι έπρεπε κάτι να λείπει
με πρόσημο σταυρό
ο ουρανός επαληθεύεται
μας είπαν

οι τελευταίοι μάρτυρες
ρήματα ξήλωσαν απ΄τ΄άστρα
μάταιο ήταν
διηγήσεις έκπτωτες
μπρος στην πυρά

ποιος να πιστέψει

ύστερα ήρθε η βροχή
μύριζε θειάφι και λιβάνι
ως τις ρίζες των αγνών ημερών
μουσκέψαμε
σκονάκια αποσιωπητικών αρχαίων
στην ίδια πράξη
προσθετέοι κι αφαιρετέοι
ερήμην προσήμων
κοιτάξαμε ψηλά
και λείπαμε
 
 

Πάνω απ΄το άδειο σπίτι μου

ίπταμαι πάνω απ΄το άδειο σπίτι μου
σε μια σταγόνα βροχής εγκλωβισμένη
κάποτε η πατρίδα μου
τα μάτια της θάλασσας φορούσε
τώρα ξερίζωσε και το τελευταίο κύμα
ήταν που αίμα αθώων σεργιάνιζε
με λάβαρο ελληνικό
ποιος το αντέχει

ίπταμαι πάνω απ΄το άδειο σπίτι μου
χάδια ακρωτηριασμένα στο κατώφλι
πόσα κλειστά παράθυρα χωράνε σ΄ένα βλέμμα
η λεμονιά συννέφιασε στον κήπο
κίτρινα ψέματα που αποσύρθηκαν
ελλείψει στέρεων ημερών

ίπταμαι πάνω απ΄το άδειο σπίτι μου
αδέξια στην εύθραυστη φυλακή μου στροβιλίζομαι
ανέκαθεν δική μου υπόθεση ήταν η πτώση
το εισιτήριο ήταν πάντα του ανέμου 


Απ΄το γαλάζιο νικημένοι

και μείναμε
του εαυτού μας οι σιωπές
με βότσαλα ζωγραφισμένες
από χέρι παιδικό
να σημαδεύουμε
κυματισμούς υδάτινους της σάρκας
κι ένα καράβι χάρτινο
από καιρό δεμένο
σε μια πληγή αγνοούμενη

άνθρωποι που το κρασί
με τα ονόματα των άστρων
έμαθαν να νερώνουν
μόνο για να δουν
την προκυμαία να χάνεται
μ΄ένα ανθάκι υποδιαστολή
στο δεξί μάγουλο της νύχτας
νεκροί και ζωντανοί συνάμα
απ΄το γαλάζιο νικημένοι


Σημάδι εκ γενετής

μισός ... εγώ
μισός ... εσύ
κι Εκείνος που
που το καθ΄ομοίωσιν
επινόησε
στις προσμονές μου μάταια
να σε ψάχνω
παραβολές οπλοφορεί
βράδιασε πάλι
κι ερήμωσαν
στις φλέβες μου
τα παρεκκλήσια
το τελευταίο αντίδωρο
με κρίματα κάθιδρα
ζυμώθηκε
ψίχουλα κλέβω

απ΄τα μάτια σου
του πυρετού την ώρα
άνθρωπος λογαριάζεσαι
κι ας λείπει
το σημάδι
εκ γενετής
 
 
 

Υπεράνω πάσης υποψίας

ξύπνησα πάλι σε γη εχθρική
στα χαρακώματα
πλάτη από σίδερο φοράει ο ήλιος
κι αφουγκράζεται στην τέφρα
τη μαργαρίτα που άνθισε
ανεμοστρόβιλους σπασμένους
στις τσέπες μου χαϊδεύω
εδώ τα πρωϊνά
κανένας δεν οργίζεται
οι νεκροί και οι τρελλοί
επί των κυμάτων βαδίζουν
κι ας το γνωρίζουν
του νερού η εξ-ουσία
στου γλάρου το μονόφτερο πέταγμα
μπορεί να συντριβεί
σε χρόνο αθώο
με κόκκινου πυρετού ρινίσματα
και ψίθυρους εγκαυμάτων υπόγειων
υπεράνω πάσης υποψίας
 
 


Πάλι εσύ

απ΄την αρχή σε πλάθω
δάσος ανεξιχνίαστο
δίχως ρινίσματα ουρανού
φύλλα γεμίζω τις ουλές
ανεμώνες το στήθος που μ΄ανάσανε

ήμουνα καλοκαίρι ανορθόγραφο
όταν με πρωτοδιάβασες
σε φθόγγους αλμυρούς
υποτροπίαζα
κι ο εξοστρακισμός μου
σημάδια κόκκινα στο δέρμα

απ΄την αρχή σε πλάθω
γύρω από λίμνες βαθυγάλανες
ξαποσταίνουν τα χρόνια μου
δίσεκτα φυλλοβόλα
κι όταν αλλάζω μοναξιά
πάλι εσύ
βάτος καιόμενη να μεριμνείς
μη σκονιστεί το θαύμα
 
 


Όταν αλλάζει ο καιρός

από τις φτέρνες
του αμίλητου νερού
ένα κανάτι δρόμος
η επιστροφή μου

διψούν
οι μέρες των νεκρών
κι εσύ
φιδιών σφυρίγματα
στο μέτωπο
σμιλεύεις

μα είναι που ξεχάστηκαν
οι φόβοι οι παλιοί
ένα φεγγάρι παπαρούνες
η άλλη όψη της αλήθειας

ξέρω
δε θεραπεύονται
οι μέρες που κοιμήθηκαν
σ΄ένα σεντόνι
μνήμες ξηλωμένες
μα είναι που πίστεψαν διπλά
με την κορυφή
εγκάρσια σφηνωμένη
ανάμεσα στο στήθος

όταν αλλάζει ο καιρός
έμαθα τον πόνο
ν΄απαλύνω
δέρμα γιορτής φυτεύοντας
στους δαίμονες που αγνοούν
πως τη σκουριά να ιππεύουν
ύστερα τους κλειδώνω
στην ηλικία μου την παιδική
κι από κει παρακολουθώ
των καιρών τα δελτία ...
σε μια ανερμήνευτη
ανισορροπία θερμική
θυμάμαι
άρχισαν οι κούκλες μου
με συστολή να διηγούνται
ιστορίες φανταστικές

 


Έξω απ΄τους ανθρώπους


τα παιδιά που αποξεχάστηκαν
να τυλίγουν το βλέμμα τους
μαχαιρωμένη κλωστή στο φεγγάρι
με άσπρα μαλλιά γεννήθηκαν
ήσυχα προσμένοντας στις νέες φύτρες
την αθωότητα των αταξίδευτων πουλιών
κι οι μάγισσες ... στο πρώτο τους κλάμα καίγονταν
βαθειά γνωρίζοντας εκείνο που αγνοούσαν
-χωρατό του ήλιου η εξουσία της πυράς-
όσο για τους τρελούς πάντα ακίνδυνα γελούσαν
με μαργαρίτες αναδεύοντας
γαλήνιες θάλασσες στο τρύπιο τους καπέλο
ώσπου ανάβλυζε ο κόσμος πληγωμένος
κι αυτοί σε στάση προσοχής
για ένα λεπτό επέστρεφαν
μόνο ν΄αφήσουν ένα δάκρυ τους
"εις μνήμην"

έξω απ΄τους Ανθρώπους
οι άνθρωποι χτίζουν τους ναούς τους
από του άπειρου τα κουρσεμένα χρόνια
αιρετικά οικοδομούνται οι ψυχές
σε αλχημίες βιτρώ
σφραγίζεται το Φως
μόνο γιατί η νύχτα εμμένει
νεύματα αθώα να εμπαίζει
με δελτία διαψευσμένων ημερών

'Ετσι γράφουν ιστορία


έπιασε ψύχρα
κι οι εποχές
μας προσπερνούν ρακένδυτες
στραγγίζουν οι μέρες
ωχρές στα πεζοδρόμια
σταυρώνεται η πολιτεία
χίλια καρφιά κι ένα γέλιο
κάποτε θα τελειώσουν
κι οι τελευταίοι μορφασμοί
κάποιες κραυγές θα περισσέψουν
μ΄αυτές θ΄αποτελειώσουν το τραγούδι τους
Εκείνοι που μοίραζαν χαμόγελα απ΄το μέλλον
δίχως ποτέ να οργιστούν για το παρόν
Εκείνοι που ήδη έχουν "δανείσει"
τους νέους Ήρωες
στο Δικό τους γραφικό χαρακτήρα
αυτόν που πάντα αναγνωρίζει η ιστορία ... 
 

Άγνωστοι άνθρωποι

ο άνθρωπος αναζητά τον Άνθρωπο
χρειάζεται απεγνωσμένα ν΄Αγαπηθεί
στον Καθρέφτη που αποστηθίζει τη ζωή του
θρυμματίζει το μικρό του δωμάτιο
έπαψε να χωρά τη μοναξιά του

ένα Παιδί κοιτάζει τρομαγμένο
στις ρωγμές αιμορραγούν χιλιάδες μάτια
πρέπει να τρέξει να Κρυφτεί

όταν ο άνθρωπος συναντά τον άνθρωπο
δυο παιδιά στέκονται δακρυσμένα
το ένα απέναντι στο άλλο
ξέρουν πως δε θα γνωριστούν ποτέ ...


Πίσω απ΄τον καπνό

μισούσε από πάντα
τις σβησμένες γόπες στην άσφαλτο
Προθέσεις τις έλεγε
γιατί του άρεσε
να βλέπει πίσω από τον καπνό

το Αποτέλεσμα λίγο τον ένοιαζε
δεν είχε ανάσες πλέον
να ελπίσει σε μια μικρή πυρκαγιά

κι οι εκπνοές πόσο σαδιστικά
πρόδιδαν στους χρησμούς
μια άνοιξη που άργησε
ένα παράθυρο που ξέχασε το περβάζι του
στα ελαφρυντικά της βροχής

όλα τα γνώριζε

έλιωσε ένα ακόμα ξημέρωμα
στο ανεξιχνίαστο βλέμμα της πολιτείας
και προχώρησε
ήξερε πως με το πρώτο Φως
κάποιος θα συντηρούσε τη ζωή του
μαζεύοντας σαλιωμένα Αποτελέσματα


Ήταν εκείνη

τον εαυτό της υποδύθηκε
δεν ήταν ρόλος
ένα ξέφωτο ήταν
διάσπαρτο από κόκκινα μήλα

ο Παράδεισος ταξίδευε αιώνες μακριά
κρυμμένος στο δέρμα του φιδιού
ελπίζοντας σ΄ ένα Αβέβαιο βλέμμα

εκείνη τον εαυτό της υποδύθηκε
σ΄ένα σενάριο νικημένο εξ αρχής
δεν την εξαπάτησε ο όφις
πολύ πριν τον Παράδεισο
γεννήθηκε η Αμαρτία

ο Θεός ήθελε Πάντα να είναι Μόνος ...