Translate

Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018


κίτρινα βλέφαρα
δεν υπάρχουν πια μέλισσες
απόψε
η πόλη
πωλείται σε τιμή ευκαιρίας
αυτό το κορίτσι
κατοικεί στον υπνόσακο
όταν βραδιάζει
κουρδίζει το μωρό που βρήκε στα σκουπίδια
κι εκείνο κλαίει
κι εκείνο κλαίει
εχθές
κάποιος κρυμμένος άνθρωπος
της έκλεψε
τα μαλλιά και τα μάτια
το πρωί
όταν ξύπνησε
ο κόσμος δεν ήταν εκεί.

 

"Γλυκό πορτοκάλι"
-θεατρικός μονόλογος-
Ξέρεις, η Άννα μου… δε θυμάμαι αν γεννήθηκε τελικά. Όμως εγώ την αγαπάω και νιώθω περήφανη γι αυτήν. Είναι όμορφη η Άννα μου. Τα μαλλιά της είναι κόκκινα σαν τα δικά σου. Τα μάτια της πράσινα, όπως τα δέντρα του Μαρκ. Ο Μαρκ την κακομαθαίνει κι εγώ ζηλεύω που μπορούν και σωπαίνουν μαζί. Όμως μετά χαίρομαι και τους καμαρώνω…
Εχθές έφτιαξα γλυκό πορτοκάλι. Η Έλεν είπε πως θα περάσει να πάρει τα ρούχα σου. Θα της δώσω και το πορτραίτο που μου είχε φτιάξει ο Μαρκ στην Ελλάδα. Κάποτε με γοήτευε αυτή η γυναίκα με το αδιευκρίνιστο πρόσωπο … τώρα γίνεται όλο και πιο οικεία στην ψυχή μου κι αυτό με τρομάζει.
Σε λίγο θα έρθει η Άννα μου… το απόγευμα θα πάμε στο αεροδρόμιο να πάρουμε το Μαρκ.
Το βράδυ θα πάμε κι οι τρεις στο εστιατόριο της λίμνης. Θα φάμε πέστροφες και θα πιούμε κόκκινο κρασί. Ο Μαρκ θα μας διηγηθεί για το ταξίδι του, η Άννα μου θα λέει αστείες ιστορίες και θα γελάμε δυνατά. Εγώ, μόνο εγώ… θα γεμίζω τα ποτήρια μας με κόκκινο κρασί… Θα είμαστε ευτυχισμένοι. Καμιά σταγόνα δε θ’ αφήσω να στάξει στο λευκό τραπεζομάντιλο. Σου το υπόσχομαι. Καμιά σταγόνα.



σε τρίτο πρόσωπο
επινόησαν τη φωνή μου
αργότερα έσβησαν
και τη γλώσσα
χίλια κομμάτια
από φωνές
που περίμεναν
χαμηλώνοντας
ήχος κανένας
μαύρο σακάκι
αρτιμελές
εν κινήσει
με πίστεψαν
προηγείσαι μου είπαν
και σώπασα
Ποιό απ' τα δύο σκοτάδια...


Το ίδρυμα είναι ένα χάρτινο κουτί γεμάτο τρύπες. Τις ανοίγουν τα παιδιά με τα βρώμικα νύχια τους για να βλέπουν τον κόσμο. Τίποτα καλό δεν περιμένεις να συμβεί εκεί.Τις μεγάλες γιορτές έρχονταν κάποιες κυρίες με κόκκινο κραγιόν και συμπονετικά χαμόγελα. Χάιδευαν τα κεφάλια μας κι έβγαζαν φωτογραφίες μαζί μας. Εμείς έπρεπε να δείχνουμε ευτυχισμένοι. Εγώ κρυβόμουν κάτω απ’ το μεγάλο τραπέζι γιατί δε μου άρεσε να χαμογελάω στα ψέματα. Ούτε ευγενικός ήθελα να είμαι. Τις μισούσα αυτές τις κυρίες κι ας μας έφερναν δώρα. Τις μισούσα γιατί κοίταζαν συνέχεια το ρολόι τους και λίγο πριν φύγουν έβγαζαν απ’ την τσάντα τους μαντηλάκια βρεγμένα με οινόπνευμα κι έτριβαν τα χέρια τους,έτριβαν τα χέρια τους,επίμονα και σχολαστικά.


Όταν έμπαινε ο Δεκέμβρης,στόλιζε ένα μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Εμείς στεκόμαστε από κάτω, τρία καλοχτενισμένα κοριτσίστικα κεφαλάκια και κάθε που έσκυβε της δίναμε προσεκτικά τις μπάλες.Ποτέ δεν ήταν αρκετές, θυμάμαι. Κι ακόμα δε μπορώ να καταλάβω πως συνέβαινε αυτό αφού κάθε χρόνο στολίζαμε το ίδιο δέντρο.
Την επόμενη μέρα,πηγαίναμε την καθιερωμένη βόλτα στην "Αρβανιτιά",να μαζέψουμε κουκουνάρια. Μου άρεσε αυτή η χριστουγεννιάτικη συνήθεια γιατί αφορούμε μόνο εμάς και κανένας ποτέ δε μας την έκλεψε. Θυμάμαι,το χώμα ήταν βρεγμένο, τα παπούτσια μας χώνονταν βαθιά στη λάσπη καθώς παίρναμε φόρα ν΄ανέβουμε ψηλά στον κορμό των πεύκων, να κόψουμε ένα που μας φάνηκε μεγαλύτερο, ένα άλλο που ήταν ίσως πιο μυτερό και θα ταίριαζε καλύτερα στα χαμηλά κλαδιά του δέντρου μας. Εκείνη, καθόταν στα παγωμένα βότσαλα κι άκουγε τη θάλασσα που ερχόταν κι έφευγε συλλαβίζοντας...
"Ν' αφήνετε λίγο από το κλαράκι στην άκρη... να μπορώ να δέσω την κλωστή"... μας έλεγε κοιτάζοντας μακριά τον ορίζοντα.
Όταν επιτέλους κατορθώναμε να γεμίσουμε τη λευκή πάνινη τσάντα πηγαίναμε κοντά της και τη βοηθούσαμε να σηκωθεί τραβώντας την άγαρμπα απ΄τα χέρια. Γελούσε καθώς σηκωνόταν αργά,έπαιρνε την τσάντα κάνοντας ψέματα πως υποφέρει απ' το βάρος κι επιστρέφαμε στο σπίτι. Την επόμενη μέρα, άπλωνε εφημερίδες στο πάτωμα κι έβαφε τα κουκουνάρια με χρυσό κι ασημένιο μίνιο. Τ' άφηνε να στεγνώσουν, κι όταν γυρίζαμε απ' το σχολείο,ανεβαίναμε τρέχοντας τις σκάλες και συνεχίζαμε το στόλισμα του δέντρου με ασημένια και χρυσά κουκουνάρια που κρέμονταν από μια κόκκινη κλωστή.
Στο τέλος ανάβαμε τα πολύχρωμα λαμπάκια και στεκόμαστε ακίνητες μπροστά στο δέντρο μας κοιτάζοντας επίμονα ν' ανακαλύψουμε κάποιο άδειο κλαδί...
Όχι... στο δικό μας το δέντρο δεν υπήρχε ποτέ κάποιο άδειο κλαδί...